Η τενοντίτιδα ώμου προκαλεί πόνο και περιορισμό κίνησης. Μάθετε τα συμπτώματα, πότε χρειάζεται εξέταση και ποιες θεραπείες προσφέρουν αποτελεσματική ανακούφιση.
Η τενοντίτιδα ώμου είναι μία από τις πιο συχνές αιτίες πόνου στο άνω άκρο, ειδικά σε άτομα που σηκώνουν βάρος, εργάζονται σε υπολογιστή ή κάνουν αθλητισμό. Προκαλεί φλεγμονή και ερεθισμό στους τένοντες που σταθεροποιούν τον ώμο, οδηγώντας σε πόνο, αδυναμία και δυσκολία σε καθημερινές κινήσεις.
Ο πόνος εμφανίζεται συνήθως στο πλάι ή στο μπροστινό μέρος του ώμου και μπορεί να επιδεινωθεί:
κατά την ανύψωση του χεριού
κατά τον ύπνο, ειδικά στο πλάι
όταν σηκώνουμε αντικείμενα
όταν κάνουμε επαναλαμβανόμενες κινήσεις
Μπορεί επίσης να υπάρχει αίσθηση αδυναμίας ή μειωμένο εύρος κίνησης.
Η τενοντίτιδα ώμου μπορεί να οφείλεται σε:
υπέρχρηση του ώμου (εργασία, άθληση, επαναλαμβανόμενες κινήσεις)
κακή στάση σώματος
εκφυλιστικές αλλαγές στους τένοντες
τραυματισμό από απότομη κίνηση
Με την πάροδο του χρόνου, η συνεχής καταπόνηση μπορεί να επιβαρύνει το στροφικό πέταλο.
Είναι σημαντικό να γίνει ιατρική αξιολόγηση όταν:
ο πόνος επιμένει για πάνω από 1–2 εβδομάδες
υπάρχει δυσκολία στην ανύψωση του χεριού
ο πόνος επιδεινώνεται τη νύχτα
υπάρχει αίσθηση «πιασίματος» ή αδυναμίας
τα συμπτώματα επανέρχονται συχνά
Η έγκαιρη εξέταση βοηθά να αποκλειστούν άλλες παθήσεις όπως ρήξη στροφικού πετάλου.
Η διάγνωση περιλαμβάνει κλινική εξέταση και, όπου χρειάζεται:
υπερηχογράφημα για άμεση απεικόνιση των τενόντων
μαγνητική τομογραφία όταν υποψιαζόμαστε εκτεταμένη βλάβη
ακτινογραφία για έλεγχο οστικών αλλοιώσεων
Ο συνδυασμός εξετάσεων επιτρέπει ακριβή εικόνα της πάθησης.
Οι περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται συντηρητικά και η βελτίωση είναι σημαντική όταν η θεραπεία ξεκινήσει σωστά.
Οι κύριες μέθοδοι περιλαμβάνουν:
στοχευμένες ασκήσεις ενδυνάμωσης και διατάσεις
φαρμακευτική αγωγή για μείωση φλεγμονής
φυσικοθεραπεία για αποκατάσταση λειτουργικότητας
ενέσιμες θεραπείες ή PRP σε επίμονες περιπτώσεις
Σε σοβαρές ή χρόνιες βλάβες μπορεί να απαιτηθεί αρθροσκόπηση ώμου για οριστική λύση.
Η πορεία βελτίωσης είναι σταδιακή και εξαρτάται από την αιτία και το επίπεδο καταπόνησης. Με σωστή καθοδήγηση, οι περισσότεροι ασθενείς επανέρχονται πλήρως στις δραστηριότητες τους μέσα σε λίγες εβδομάδες έως λίγους μήνες.